To ιδεολογικό υπόβαθρο της ελληνογαλλικής σύγκρουσης στο Άργος, το 1833

Η σύγκρουση του γαλλικού στρατού με τους Έλληνες την 4η   Ιανουαρίου του 1833* στο Άργος, ήταν η θλιβερή κατάληξη μιας πολύπλοκης ιδεολογικής διεργασίας. Στην τοπική ιστοριογραφία ωστόσο η ελληνογαλλική σύγκρουση  αποτυπώθηκε ως σφαγή των Αργείων, ενώ και η γενικότερη ιστορική προσέγγιση υπήρξε επιφανειακή και μονομερής, επειδή βασιζόταν σε σύγχρονες του γεγονότος ελληνικές πηγές. O τύπος π.χ. του νεοσύστατου κράτους και οι επίσημες αναφορές της εποχής είχαν προσδώσει στο τραγικό συμβάν το χαρακτήρα μιας άνανδρης και φονικής επίθεσης εναντίον αθώων θυμάτων. Δεν έχω βέβαια την πρόθεση να αποκαταστήσω εξίσου απλουστευτικά την αντίθετη πλευρά, δηλαδή το γαλλικό στρατιωτικό απόσπασμα και την Κυβέρνηση Κωλέτη. Θα επιχειρήσω όμως να προσδιορίσω το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτής της πρώτης ένοπλης αντιπαράθεσης του ελληνικού στοιχείου με Προστάτιδα Δύναμη.

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

 

Και πρώτα τα πραγματικά γεγονότα:

Από τον Αύγουστο του 1828 η Γαλλία, κατόπιν συμφωνίας των Μ. Δυνάμεων, είχε στείλει στην Πελοπόννησο 14.000 στρατιώτες υπό τον Στρατηγό Νικόλαο Μαιζόν. Μία δύναμη 1500 περίπου Γάλλων, προερχόμενη από τη Μεσσηνία, κατευθυνόταν στις αρχές Ιανουαρίου του 1833 προς το Ναύπλιομε σκοπό να διευθετήσει τα της υποδοχής του Βασιλιά Όθωνα. Ο Βασιλιάς αναμενόταν να αποβιβασθεί στο Ναύπλιο στο τέλος του μηνός και θα έπρεπε, εκτός των άλλων, να έχει επιβληθεί η τάξη στην αναστατωμένη, λόγω του προηγούμενου εμφυλίου πολέμου, ευρύτερη περιοχή. Το απόσπασμα των Γάλλων έφτασε στο Άργος τμηματικά, στις 2 και 3 Ιανουαρίου. Έφερε μαζί του και 2 κανόνια και ζήτησε να στρατωνισθεί.

Η συμπαράσταση του ελληνικού πληθυσμού σε άτακτους οπλοφόρους που διαπληκτίστηκαν ή και συνεπλάκησαν, όπως φαίνεται, με τους Γάλλους στρατιώτες  στις 4 του μηνός, προκάλεσε γενίκευση των επεισοδίων. To αποτέλεσμα ήταν να θανατωθούν από τα γαλλικά όπλα περί τους 200 – 300 πολίτες[1]. Η διερεύνηση αυτής της σύγκρουσης προϋποθέτει ασφαλώς την ένταξή της στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Η πόλη του Άργους ήταν η εστία της αναταραχής. Όχι μόνο γιατί εδώ είχε αρχίσει τις εργασίες της η αμφισβητούμενη από τους διαφόρους φορείς της εξουσίας Ε΄ Εθνοσυνέλευση, αλλά και επειδή εδώ βρισκόταν συγκεντρωμένη η ισχυρή παράταξη των οπλαρχηγών, το «Στρατιωτικόν» (όπως αναφέρεται στις πηγές). Το Στρατιωτικόν είχε αναλάβει, με την έγκριση του Αυγουστίνου Καποδίστρια, το ρόλο του εγγυητή της πολιτικής νομιμότητας, μετά το θάνατο του Κυβερνήτη. Τον ηγετικό πυρήνα της ομάδας αυτής αποτελούσαν ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο γιος του Ιωάννης ή Γενναίος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Τσόκρης.

Η απήχηση της ιδεολογίας του Στρατιωτικού  στην πόλη του Άργους διευκολυνόταν από τη μεγάλη επιρροή που ασκούσε στο χώρο αυτό ο Αργείος Δ. Τσόκρης. Ταυτόχρονα όμως οι οπλαρχηγοί επέβαλλαν τη θέλησή τους  και ένοπλα,  μέσω των προσωπικών τους στρατιωτικών σωμάτων. Mία μικρή δύναμη ιππικού υπό τον Δ. Καλλέργη που στάθμευε στην πόλη δεν ήταν σε θέση να διατηρήσει την τάξη.

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Το Άργος λειτουργούσε φαινομενικά ως πολιτικό κέντρο συσπείρωσης όσων θεωρούσαν νόμιμο το μετακαποδιστριακό καθεστώς. Στην πραγματικότητα όμως – και αυτό πρέπει να τονιστεί –  είχε εξελιχθεί σε όλο το χρονικό διάστημα μέχρι την  κάθοδο του Όθωνα σε έναν επιθετικό στρατιωτικό πόλο.  Η άλλη πλευρά ήταν οι λεγόμενοι Συνταγματικοί ή το Πατριωτικόν, με έδρα το Ναύπλιο. Πολιτικός αρχηγός των Συνταγματικών ήταν ο Ι. Κωλέττης ενώ ως στρατιωτικός θα μπορούσε να θεωρηθεί ο Ιωάννης Μακρυγιάννης.

Είναι ευτύχημα το ότι  τα κορυφαία στελέχη των δύο αντίθετων παρατάξεων και  πρωταγωνιστές της κρίσης της οποίας ο τραγικός επίλογος γράφτηκε στο Άργος, ο Κολοκοτρώνης και ο Μακρυγιάννης, μας άφησαν απομνημονεύματα. Μέσα από τα γραφόμενά τους, αλλά κυρίως μέσα από την αντιπαραβολή τους, εκδιπλώνεται  ολόκληρο το  πλέγμα των παραγόντων που έδρασαν κατά τη συγκεχυμένη πολιτικά μετακαποδιστριακή περίοδο[2].

Ο Κολοκοτρώνης, πρωτοστάτης στην εκλογή του Καποδίστρια  ως Κυβερνήτη και εγνωσμένος ρωσόφιλος, υπήρξε οπαδός της συγκεντρωτικής εξουσίας. Η μόνιμη αυτή τάση τον οδήγησε στην αναίρεση της αρχικής του απόφασης, να προκύψει δηλαδή από την Ε΄ Εθνοσυνέλευση μία γνήσια και αντιπροσωπευτική κυβέρνηση. Την τελική απόφασή του περί σχηματισμού Γερουσίας μόνο και με πρόεδρο τον Αυγουστίνο δικαιολογεί ως εξής:

Συνάζοντας όλο το έθνος εγώ εμέτρησα με το νου μου, ότι εάν και κάμωμεν άλλην κυβέρνησιν οι έξω αυλαίς θέλει μας πάρουν ότι είχαμεν όλοι συνωμοσίαν διά το σκοτωμό του κυβερνήτη, διατί σκοτώνοντας τον κυβερνήτη, και αλλάζοντας την κυβέρνηση να βάλωμεν άλλους, βέβαια ο κόσμος θα μας έπαιρνε ότι είμεθα όλοι συνωμότες, ή ότι ο Κυβερνήτης ήτον τύραννος, διότι εδοκιμάσαμεν τα απερασμένα χρόνια των πολλών την κυβέρνησιν[3].

Στην κυβερνητική λύση της Γερουσίας ο Κολοκοτρώνης παρέμεινε αδιάλλακτος. Αποχώρησε μάλιστα και από τις προσωρινές διοικήσεις του Ναυπλίου τις ελεγχόμενες από τον Κωλέττη. Ρουμελιώτες άτακτοι του Κωλέττη εν τω μεταξύ είχαν κατακλύσει την Πελοπόννησο και ο Κολοκοτρώνης πίστευε ότι προστατεύοντας τους συντοπίτες του εκτελούσε ένα «πατρικό καθήκον»[4]. Ενεργούσε όμως παράνομα.

Ο Κωλέττης, από την άλλη πλευρά, συμπεριφερόταν σαν φίλαρχος και καιροσκόπος πολιτικός. Συμμετείχε λ.χ στις διάφορες κυβερνητικές επιτροπές, αν και επίσημα καταδίκαζε οποιοδήποτε  πολιτικό σχήμα δεν είχε τύχει της λαϊκής έγκρισης. Η στρέβλωση των εργασιών της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης προς ολιγαρχικού τύπου διακυβέρνηση του έδωσε αφορμή να δημαγωγήσει.

Η ιδέα που προπαγάνδιζε ήταν, κατά το Μακρυγιάννη, να κάμουν νόμους για την πατρίδα, να κυβερνηθεί η πατρίδα με νόμους και όχι με το έτζι θέλω. Και δεν έχουμε λόγο να μην  πιστέψουμε τον Μακρυγιάννη, όταν γράφει ότι οι απλοί άνθρωποι του έλεγαν καθόμαστε νηστικοί εμείς και φάτε εσείς, οπού προσπαθάτε διά να γίνουν νόμοι[5].

Αναμφίβολα λοιπόν οι Στρατιωτικοί του ΄Αργους είχαν να αντιμετωπίσουν ως ουσιαστικό αντίπαλο όχι τα άτακτα σώματα του Κωλέττη που λεηλατούσαν την επαρχία επειδή δεν είχαν πάρει τους μισθούς τους, αλλά τη λαϊκή συμπαράσταση στις «δημοκρατικές» ιδέες του. Ο κίνδυνος είχε φτάσει προ των πυλών του Άργους το Μάρτιο του 1832 [6] αφού και οι δύο αντίπαλοι, γράφουν – ο Μακρυγιάννης:

Τότε προχωρέσαμεν. Κοιμηθήκαμεν εις τον Αι Βασίλη – κι από κει εις ΄Αργος. Βγήκαν οι κάτοικοι και μας καρτέρεσαν με δάφνες και άλλα[7]και ο Κολοκοτρώνης : Και την αυγή έφτασε το Σύνταγμα εις το ΄Αργος, και εβγήκαν οι Αργίταις με ταις δάφναις[8].

Κομβικό σημείο ωστόσο στην τελευταία και πιο επικίνδυνη φάση της πολιτικής διαμάχης αποτελεί η συμμετοχή του Ι. Κωλέττη στην επταμελή κυβερνητική επιτροπή συναποτελούμενη από τους Δ. Υψηλάντη, Α. Μεταξά, Νότη Μπότσαρη, Δ. Κολιόπουλο, Γ. Κουντουριώτη και  Α. Ζαΐμη. Τότε είναι (το Μάιο του 1832) που επεμβαίνει για πρώτη φορά ο γαλλικός στρατός υπέρ του Κωλέττη. Η ιδιότητα του Κωλέττη  ως αρχηγού της γαλλόφιλης μερίδας φαίνεται να έπαιξε το ρόλο της στην ένοπλη στήριξή του από τους Γάλλους.

Το Ναύπλιο γίνεται έτσι ο δεύτερος  στρατιωτικός πόλος, έκδηλα εχθρικός προς το Άργος και με σαφή  τη διεθνή αποδοχή εκ μέρους των Δυνάμεων, της Συμμαχίας, όπως ονομαζόταν τότε. Από τη στιγμή μάλιστα που η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου αρνήθηκε στους Έλληνες την παραχώρηση συντάγματος, και ο Κωλέττης στερήθηκε το πολιτικό πρόσχημα της δημοκρατικότητας για τις ένοπλες επεμβάσεις του, τα πράγματα οδηγούνταν σε οριστική ρήξη.

Γράφει ο Μακρυγιάννης: Τότε τους βγάλαμεν όλους έξω ( εννοεί τους Στρατιωτικούς από το Ναύπλιο). Και μ’ αυτά υπερίσκυσε ο Κωλέτης. Και στείλαν και ήρθαν Γαλλικά στρατεύματα εις το Ανάπλι, οπού ήταν εις τα κάστρα. Τ’ Ανάπλι πρέπει να ευγνωμονή εις τον Κωλέτη, ότι θα πάθαιναν ό,τι έπαθαν  και τ’ άλλα τα μέρη της πατρίδας. Αυτείνοι οι γενναίγοι άντρες οι Γάλλοι βάσταξαν την ησυχίαν[9].

Και ο Κολοκοτρώνης: Αυτή η διοίκησις είδε ότι αδύνατον να βασταχθή και εζήτησε από τους τρεις Αντιπρέσβεις διά να έλθουν γαλλικά στρατεύματα, να πιάσουν το Ανάπλι και την Πάτρα…Οι Γάλλοι επήγαν εις το Ανάπλι και έβγαλαν το τοπικόν (Τυπικόν) τάγμα, και έτσι εκλείσθησαν μέσα και εκάθοντο. Αν δεν επροσκαλούσαν τους Γάλλους, ο Κωλέτης ήθελε καταφύγει εις τον τόπο του, εις τα Γιάννινα…» [10].  

Ιωάννης Μακρυγιάννης, ξυλογραφία του Α. Τάσσου.

Το Στρατιωτικόν του Άργους  απέναντι στην Κυβέρνηση του Κωλέττη που τώρα είχε και την ένοπλη υποστήριξη των Προστάτιδων Δυνάμεων δεν άργησε να υψώσει τη σημαία του αγώνα κατά της ξενοκρατίας και της εθνικής εξάρτησης. Μία φράση του Κολοκοτρώνη ερχόμενη σε ευθεία αντίθεση με την αξιολόγηση που κάνει για τους Γάλλους ο Μακρυγιάννης είναι αρκετά αποκαλυπτική: Τέτοια κυβέρνησις ήτον, να δώση τα εθνικά φρούρια εις ξένους να τα φυλάττουν[11].

Την ημέρα της σύγκρουσης ο Κολοκοτρώνης δε βρισκόταν στο Άργος, ενώ ο Μακρυγιάννης έφυγε από την Κόρινθο και πήγε στην πόλη λίγο πριν εκδηλωθούν τα έκτροπα. Έλειπε και ο Δημήτριος Καλλέργης αφού ήταν απασχολημένος στον Αχλαδόκαμπο. Από τους οπλαρχηγούς στο Άργος βρίσκονταν οι Γενναίος Κολοκοτρώνης, Κριεζώτης, Τζαβέλας και Τσόκρης. Ωστόσο μόνο τον Τσόκρη και τον Κριεζώτη φέρουν ως αναμεμειγμένους στα επεισόδια και οι δύο αγωνιστές[12].

Ο  Κολοκοτρώνης, ενώ συνδέει την έλευση των Γάλλων στο Άργος με την υποδοχή του Όθωνα, αναφέρει απλώς ότι εκεί (στο Άργος δηλαδή) δεν ηξεύρω πως έκαναν και πιάνονται (οι Γάλλοι) με τους ανθρώπους του Τσόκρη και του Γριζιώτη (Κριεζώτη).[13]

Του Μακρυγιάννη όμως η περιγραφή είναι πιο  εκτενής και ίσως ακριβέστερη λόγω της δυνατότητας που είχε να σχηματίσει προσωπική αντίληψη για τα γεγονότα.

Ο Μακρυγιάννης δεν συσχετίζει τη σύγκρουση με  κάποια διατεταγμένη υπηρεσία του γαλλικού αποσπάσματος ενόψει της καθόδου του Όθωνα ή την αποσιωπά. Υποστηρίζει ότι ο Τσόκρης σε επίσημη αποστολή του στο Ναύπλιο προσεβλήθη από Γάλλο αξιωματικό και επειδή κρατήθηκε  μαζί με τον Κριεζώτη, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης και άλλοι κίνησαν με στρατό από το Άργος  για να τους ελευθερώσουν. Εμπρός στον κίνδυνο να ηττηθούν κατά κράτος οι Έλληνες από το γαλλικό τακτικό στρατό, ο Μακρυγιάννης συνιστά  αναδίπλωση στο ελληνικό στρατόπεδο. Τάσσεται μάλιστα με το μέρος των Γάλλων και –  για να μη χυθεί αίμα  – προσπαθεί, μάταια, να διασπάσει το ελληνικό μέτωπο.

Αλλά και ο Κολοκοτρώνης, όπως τουλάχιστον ο ίδιος αναφέρει, ενήργησε διαλλακτικά : Τους έλεγα ότι αν είχαν κανένα σκοπόν να βαρέσουν τους Φραντσέζους (Οι έλληνες οπλαρχηγοί), δεν τους άφηνα να περάσουν από την Τριπολιτσά, – τους εκαρτέραγα εις του Λεονταριού το Δερβένι – και δεν έχω καμίαν αιτία διά να είμαι εχθρός των συμμαχικών στρατευμάτων[14]. 

Από την αφήγηση πάντως του Μακρυγιάννη προκύπτει ότι και τα δύο μέρη ήταν αποφασισμένα να αναμετρηθούν. Έτσι, στην πρόταση του Μακρυγιάννη για συμβιβασμό, του απαντά ο Τζαβέλλας: Δεν έχομεν ανάγκη να στείλωμεν (αντιπροσωπεία για διαπραγματεύσεις). Κι΄ό,τι θα κάμωμεν όλοι, θα κάμης κ’εσύ. Για δε τους Γάλλους γράφει : Αυτείνοι τόξεραν και ετοιμάζονταν[15].

Το αποτέλεσμα ήταν, κατά το Μακρυγιάννη πάντα,  τους δίνουν αιτίαν των Φρατζέζων – και βάνουν τα κανόνια και τα ντουφέκια και σκοτώνονται άντρες και γυναικόπαιδα, περίπου από τρακόσοι [16]. Το ίδιο σύντομος και ο Κολοκοτρώνης, αλλά στρεφόμενος έμμεσα κατά των Γάλλων, αναφέρει ότι οι Φρατζέζοι πολεμούν και σκοτώνουν περισσότερους από 200 ψυχαίς αθώες [17].

Όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στον εμπρηστικό ρόλο που διαδραμάτισε ο Τσόκρης μέχρι την κορύφωση της κρίσης. Η προσωπική του ανάμειξη στο γεγονός, η μαρτυρούμενη και από τις δύο πηγές, ίσως και η εκ μέρους του αναζήτηση της αφορμής, σύμφωνα με όσα περιγράφει ο Μακρυγιάννης, τον καθιστούν γνήσιο εκφραστή του ανυπότακτου πνεύματος των Στρατιωτικών.

 

Δημήτριος Τσώκρης

Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τον Τσόκρη τότε ως Πελοποννήσιο που δεν ανέχεται άλλο να καταδυναστεύεται η Αργολίδα από τους άτακτους Στερεολλαδίτες του Κωλέττη, αλλά και ως Αργείο προύχοντα που θεωρεί υποχρέωσή του να συνεγείρει τους συμπολίτες  του κατά των ντόπιων και ξένων εχθρών. Μαζί του συνασπίστηκαν, όπως φαίνεται, και στρατιωτικοί  από την παράταξη των Συνταγματικών με έντονα αντιευρωπαϊκά αισθήματα[18].

Νοιώθοντας ο Τσόκρης τον κλοιό των Συνταγματικών να σφίγγει γύρω από το Άργος  θα φρόντισε οπωσδήποτε να δημιουργήσει ένα έντονο αντιγαλλικό κλίμα στην πόλη, ένα είδος λαϊκού μετώπου. Σε αυτή την υπόθεση οδηγεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου των πολιτών του Άργους προς τους 3 Αντιπρέσβεις. Στο έγγραφο αυτό με ημερομηνία 1/1/1833 εκφράζεται η βεβαιότητα ότι η παρουσία των Γάλλων στο Άργος θα προκαλέσει επεισόδια[19].

Δύο επιστολές εξάλλου της 1/1/1833 και της 2/1/1833 που έχουν σωθεί από το Αρχείο του Δημ. Τσόκρη, με αποδέκτη τον ίδιο και αποστολείς το Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Δημήτριο Καλλέργη αντίστοιχα, είναι αρκετά διαφωτιστικές. Αποκαλύπτεται σε αυτές ότι ο Αργείος στρατηγός είχε προσωπικούς λόγους να μισεί τους Γάλλους ώστε να στραφεί εναντίον τους με την πρώτη ευκαιρία [20].

 Ο Γενναίος στην επιστολή του προσπαθεί να συγκρατήσει τον Τσόκρη. Γράφει:

Οι Γάλλοι, ως φαίνεται, έχουν αμετάθετον σκοπόν να έλθουν εις το ΄Αργος. Δεν πρέπει να τους γίνη καμία αντίστασις από το μέρος σας (δηλ. από μέρους του Τσόκρη), διότι δεν συμφέρει διά πολλούς λόγους. Αυτοί  πηγαίνουν με μόνον σκοπόν να τοποθετηθούν(δηλαδή να στρατοπεδεύσουν), και αν και άλλον σκοπόν είχαν δεν ημπορεί να πραγματοποιηθεί. Είναι καλόν πριν έμβουν, να τους ειπούν ότι σας δεχόμεθα αλλά με συμφωνίαν να μην ανακατευθούν εις τα εδικά μας πράγματα.

Πιο αυστηρός ο Καλλέργης, επιπλήττει τον Τσόκρη για την αντιγαλλική προπαγάνδα του στο Άργος:

Δεν ημπορώ να σε κρύψω ότι με λύπην μου ήκουσα ότι προτρέπεις τους Αργείους να αναφέρωσιν εις τους κυρίους Αντιπρέσβεις, ότι δεν ευχαριστώνται να έλθουν οι Γάλλοι εις την πόλιν τους, και χρεωστώ να σε είπω ότι τοιαύτα έγγραφα δεν θέλει λάβωσι τελείως χώραν, και ακόμη ότι κάμνεις πολλά άτοπα, να φαίνεσαι αρχηγός εις επιχειρήματα τοιαύτα.

Το αντιγαλλικό μένος του Τσόκρη επομένως είχε συμπληρώσει το εκρηκτικό μείγμα που είχε δημιουργηθεί στο Άργος. Δεν έλειπε παρά ο σπινθήρας.

Ο Τσόκρης και οι άλλοι οπλαρχηγοί ήλπιζαν ίσως ότι το πολεμικό κλίμα στο Άργος και η επίδειξη ισχύος από μέρους τους θα έκανε τους Γάλλους να αναδιπλωθούν. Ασφαλώς και δεν πίστευαν ότι συμμαχικός στρατός θα άνοιγε ποτέ πυρ κατά ανυπεράσπιστων πολιτών.

Τι δεν μπορούσαν όμως να ξέρουν τότε οι έλληνες οπλαρχηγοί; Ότι οι Γάλλοι στρατιώτες δεν θα ενεργούσαν ως  απλά εκτελεστικά όργανα της Κυβέρνησης του Ναυπλίου. Με την παράταση της παρουσίας τους στην Ελλάδα εξάλλου ήταν αντίθετες και η Αγγλία και η Ρωσία  [21]. Θα ενεργούσαν ως αδίστακτος καταστολέας, γιατί θα αντιλαμβάνονταν την έμπρακτη αμφισβήτησή τους στο Άργος, όχι απλώς ως αντίθεση μιας ένοπλης ομάδας, αλλά ως λαϊκή εξέγερση. Και η Ιστορία δεν έχει μέχρι στιγμής υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να ελεγχθεί η αντίδραση ενός ξενικού στρατεύματος εν μέσω εχθρικού περιβάλλοντος.

Ευρισκόμενοι οι Γάλλοι σε ένα νεοσύστατο κράτος πολιτικοκοινωνικά φορτισμένο, έβλεπαν τους έλληνες οπλαρχηγούς ως ταραχοποιούς. Η Αργοναυπλία, ως ο κυριότερος πνεύμονας της εθνικής ζωής του μικρού ελληνικού κράτους, θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία ενός γενικότερου επαναστατικού κινήματος κατά των ξένων προστατών[22]. Οποιαδήποτε αναταραχή επομένως θα έπρεπε να παταχθεί εν τη γενέσει της.

Προέρχονταν εξάλλου από την Ευρώπη της Παλινόρθωσης την οποία μόλις πριν δύο χρόνια είχε συγκλονίσει ένα κύμα εθνικών επαναστάσεων. Στην ίδια την πατρίδα τους τον Ιούλιο του 1830 ο οργισμένος λαός είχε ανατρέψει τον αυταρχικό βασιλιά Κάρολο Ι΄ και συνέχισε να εξεγείρεται και το 1831 και το 1832[23]. Οι συμπλοκές του στρατού με τους επαναστάτες το 1830 στο Παρίσι είχαν πάρει – όπως και στο Άργος – τη μορφή σκληρών οδομαχιών [24]. Αυτή η πρόσφατη επαναστατική εμπειρία ήταν ένας ακόμη λόγος που καθιστούσε ειδικά τους Γάλλους εξαιρετικά ευαίσθητους στην παραμικρή εχθρική κίνηση της λαϊκής μάζας.

Λαμβάνοντας υπόψη τις αντιθέσεις μέσα στις οποίες εκδηλώθηκαν οι συμπλοκές στο Άργος, διαπιστώνουμε πρωτίστως ότι η ένταση  που είχε αναπτυχθεί εντός του  συστήματος της εξουσίας στην Πελοπόννησο, με καταλυτική τη συμμετοχή του ξένου παράγοντα,  οδηγούσε αναπόφευκτα σε αιματηρή κάθαρση. Οι πρωταίτιοι ίσως το συνειδητοποίησαν την τελευταία στιγμή και φρόντισαν να απεμπλακούν.

Ιδεολογικό περίγραμμα της σύγκρουσης αποτέλεσε οπωσδήποτε η αντιδραστικότητα των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Την ένοπλη συνδρομή τους στη σκιώδη Κυβέρνηση του Ναυπλίου οι παλιοί αγωνιστές την προσέλαβαν σαν μία διάθεση συντριβής του φιλελεύθερου πνεύματος της Επανάστασης. Στην εγχώρια πολιτική διαμάχη όμως χώρεσαν πολύ εύκολα και οι διαφορές μεταξύ του ρωσικού και του γαλλικού κόμματος, οι προσωπικοί ανταγωνισμοί, ο κοτζαμπασισμός και ο τοπικισμός.

Είναι χαρακτηριστικό π.χ. ότι ο πολιτικός αντίπαλος του Κολοκοτρώνη και Στερεολλαδίτης Μακρυγιάννης, αν και πάντοτε εχθρικός στις επεμβάσεις των Ξένων, δε βρίσκει να πει ένα παρηγορητικό λόγο για τα θύματα των οδομαχιών στο Άργος. Τάσσεται απροκάλυπτα υπέρ της γαλλικής καταστολής. Υπεισήλθαν ακόμη και έντονες πολιτικές αντιθέσεις, του συγκεντρωτισμού προς το αντιπροσωπευτικό σύστημα, της εθνικής υποτέλειας στην εθνική ανεξαρτησία, της αναρχίας προς την ευνομία.

Επρόκειτο όμως για κατ’ επίφαση υποστηριζόμενες ιδέες. «Μόνο η σύμπτωση αποφάσιζε την πολιτική θέση του Κολοκοτρώνη και του Κωλέττη και έκανε τον πρώτο, μολονότι οπαδό της δεσποτικής εξουσίας, υπερασπιστή των φιλελεύθερων θεσμών και τον δεύτερο, αν και αυτοαποκαλούμενο συνταγματικό, τύραννο και εχθρό της Εθνοσυνέλευσης[25]».

Και η πραγματικότητα είναι μία : Μετά την ανακήρυξη της Ελλάδας ως Βασιλείου και ενόψει της καθόδου του Όθωνα, είχε προκύψει η ανάγκη για μία νέα κατανομή της εξουσίας στο πλαίσιο του βαυαρικού καθεστώτος. Οι  έλληνες πολιτικοί μεθόδευαν την εκμηδένιση των αντιπάλων τους, έτσι ώστε να βρεθούν ενισχυμένοι στο αυλικό σύστημα διακυβέρνησης που θα διαμορφωνόταν[26]. Η πόλη του Άργους είχε μεταβληθεί σε πεδίο της δυναμικής αυτής αντιπαράθεσης. Για τους μεν αποτελούσε την  έδρα του παρακράτους των στρατιωτικών, για τους άλλους όμως ήταν το κέντρο άμυνας της Πελοποννήσου κατά των Ρουμελιωτών και της εθνικής αντίστασης κατά της ξενοκρατίας.

 * Tα γεγονότα του Άργους έλαβαν χώρα στις 4/15 Ιανουαρίου του 1833. Η χρονολόγησή τους όμως στην παρούσα ανακοίνωση γίνεται σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο, για να μη δυσχεραίνεται η χρονική ταύτιση με τα αναφερόμενα στις πηγές της εποχής.

Δημήτριος Γιαννακόπουλος  

Δρ. Ευρωπαϊκής ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πάρεδρος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου  

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Στο έργο Ιστορικαί Αναμνήσεις του Ν. Δραγούμη (Ερμής, 1973, σ.σ. 211-212), έχουμε μία παραστατική, περιεκτική και προ πάντων νηφάλια περιγραφή, παρ΄ ότι ο ίδιος ο συγγραφέας μαρτυρεί ότι έζησε τα τραγικά συμβάντα. Σύμφωνα με τα γραφόμενά του, ήταν αυτός που του ανατέθηκε να μεταβεί στη βασιλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη» για  να εκθέσει τα γεγονότα του Άργους στην ακολουθία του Όθωνα. Από καμία άλλη σύγχρονη πηγή όμως δε διασταυρώνεται αυτή η πληροφορία. (Ερμής, 1973, σ.σ. 211-212).

[2] Ένας τρίτος βασικός απομνημονευματογράφος της Επανάστασης, ο Ν. Κασομούλης (1795-1872), αν και υπηρέτησε στο Τυπικό Τάγμα του Ναυπλίου και άρχισε να καταγράφει τις αναμνήσεις του στο φορτισμένο κλίμα του 1832 , προσπαθεί να κρίνει αμερόληπτα. Τελικά όμως στην κρίση του βαρύνει η συναισθηματική κλίση  υπέρ του ελληνικού στοιχείου. (Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1831-1833, Γ΄, Δημιουργία, 1998, σ. 600 – 607).

[3] Θ. Κολοκοτρώνης Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής, 1978, σ. 217, 219

[4] Π.Καρολίδης Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1925, τ.7, σ. 218.

[5] Ι. Μακρυγιάννης Απομνημονεύματα,1969 ( ανατ. της α΄ έκδοσης του 1907 από το Γ. Βλαχογιάννη), Αθήνα, σ. 279, 280

[6] Ν. Αλιβιζάτος Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. Α, σ. 41.

[7] Ι. Μακρυγιάννης, ό.π., σ.282

[8] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ.222.

[9] Ι. Μακρυγιάννης, ό.π.,σ. 284-285.

[10] Θ.Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 224.

[11] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 224.

[12] Δ. Κόκκινος Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τ.2, 1970, σ. 458 – Ι. Μακρυγιάννη, ό.π., σ. 290.

[13] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 227-228.

[14] Θ.Κολοκοτρώνης, ό.π.,σ. 228.

[15] Ι. Μακρυγιάννης, ό.π.,σ. 290-291.

[16] Ι.Μακρυγιάννης, ό.π., σ.291.

[17] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π.σ.228.

[18] Ν.Κασομούλης,  Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1831-1833, Γ΄, Αθήνα, 1998, σ. 607.

[19] Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον, ό.π., Νο 557, σ.470.

[20] Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον, ό.π., Νο 264, σ.228 -229 και Νο 265, σ.229.

[21] Ιστορία Ελληνικού ΄Εθνους Εκδοτικής Αθηνών, τ. ΙΓ΄, σ. 30.

[22] Ι. Σ Κολιόπουλος, Περί Λύχνων Αφάς. Η Ληστεία στην Ελλάδα 19ος αιώνας, Θεσσαλονίκη 1994, σ.σ. 22-24. 

[23] G. Rude The crowd in history, Serif, London, 1995, σ.165..

[24] I.Δ. Δημάκη  Φιλελευθερισμός, Σοσιαλισμός και Εθνικισμός στη Νεότερη Ευρώπη, 1983,σ. 43-44.

[25] G. Finlay Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, μ.τ.φ Γ. Κορδάτου,  Αθήνα 1954, σ. 264.

[26] D. Dakin  O Aγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία 1821 –1833, Μ.Ι.Ε.Τ, 1989, σ. 387 – 388.

πηγή: argolikivivliothiki.gr

Advertisements

About Σπυρίδων Σ. Βελιώτης

Ηλεκτρολόγος Μηχανικός Τ.Ε., MSc Περιβαλλοντικών Σπουδών, Θεολόγος
Gallery | This entry was posted in Επικαιρότητα, Ιστορία, Κοινωνία and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s