Πόσος κόσμος!…. «Ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ, ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς». Κυριακή Ἁγ. Πατέρων Α΄Οἰκ. Συνόδου Ἰωάν. ιζ΄ 1-12

Κυριακή Αγίων Πατέρων Α΄ Οικουμενικής ΣυνόδουΕὑρίσκεται ὁ Κύριος, ἀγαπητοί, ἐγγὺς πρὸς τὴν μεγάλην θυσίαν τοῦ Σταυροῦ. Εἶναι ἡ ἑσπέρα τῆς Μ.Πέμπτης. Μετ’ ὀλίγον θὰ παραδώσῃ τὴν ζωήν Του ὁλοκαύτωμα εἰς τὸν βωμὸν τῆς ἀγάπης Του πρὸς τὸν ἄνθρωπον. Ὑψώνει, λοιπόν, τὸ βλέμμα Του πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ προσεύχεται πρὸς τὸν Πατέρα Του. Εἶναι εἰς ὅλους μας γνωστὴ Ἀρχιερατική Του προσευχή. Ἀπὸ τὰς ὑπερόχους γραμμάς της ἀναπηδᾷ ὅλη ἡ θεία φλόγα τοῦ Κυρίου, ὁ πόθος Του διὰ τὴν σωτήριαν τοῦ κόσμου.
Μεταξὺ τῶν σημείων, ποὺ ἀναφέρει ὁ Κύριος, εἶναι καὶ τὸ σοβαρώτατον, τὸ καθημερινόν θέμα· ὁ πόθος τῆς ΧΑΡΑΣ! Ἐδίδαξε καὶ ἐκοπίασεν ὁ Κύριος μὲ τὸν σκοπὸν οἱ μαθηταί Του, ὅλοι οἱ ὁπαδοί Του, νὰ ἔχουν μέσα των, εἰς τὴν ψυχὴν των, τελείαν καὶ πλήρη χαρᾶν,ὁμοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.
Μὲ τὸ θέμα αὐτὸ τῆς χαρᾶς πολλοὶ ἠσχολήθησαν, ἀγαπητοί. Πολλοὶ ἔγραψαν καὶ εἶπαν διάφορα. Τελείως ἀντίθετα συνχά ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον. Εἶναι ἕνα θέμα, ποὺ ποτίσθηκε μὲ δάκρυα. Ἐξ αἰτίας του ἀνοίχθησαν πρόωροι τάφοι. Ἀδελφέ, νὰ ἐπιχειρήσωμεν νά γράψωμεν ὀλίγες γραμμές; Ἴσως νὰ σοῦ φανοῦν χρήσιμες!

1.Ὁ ἀκοίμητος πόθος

Ἡφαίστειο ὁ ἄνθρωπος μέσα του. Κοχλάζει διαρκῶς. Κατακαίεται ἀπὸ ἐπιθυμίες, ἀπὸ λαχτάρες. Μιὰ τέτοια βαθιά λαχτάρα του εἶναι ἡ χαρά. Ἀκοίμητος πόθος. Τὸν αἰσθάνεται ἀπὸ τὰ πρῶτα του βήματα. Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ἀκόμα. Τὸν αἰχμαλωτίζει κυριολεκτικά. Ὅ,τι κάνει, γι’ αὐτὸ τὸ κάνει. Γιὰ τὴ χαρά.
Κι’  ὅταν ἀργότερα μεγαλώσῃ καὶ γίνῃ νέος ἤ νέα πάλιν αἰσθάνεται, ὅτι αὐτὸς ὁ πόθος βασιλεύει μέσα του.
Κι’ ὅταν φθάσῃ ὕστερα στὴν ὥριμη ἡλικία, πάλιν ὁ ἴδιος πόθος κυριαρχεῖ μέσα στὸν ἄνθρωπο. Μέχρι τὰ λευκὰ τά γηρατειά.  Μέχρι τότε πού τά πόδια τρέμουν καί τά μάτια θολώνουν, μέχρι τότε ὁ ἴδιος πόθος τῆς χαρᾶς. Γι’ αὐτὴν ἀγωνίες, ξενύχτια, σχέδια, ταξίδια, συγκρούσεις ἀγῶνες…ὅλα γι’ αὐτήν… Μέχρι τὸν τάφο.

2.Θολὲς πηγές.

Διψάει, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος. Δὲν τὸν κατηγοροῦμε γι’ αὐτή του τὴν δίψα. Μόνον φοβούμεθα, ὅτι ἀπὸ τὴ μεγάλη ὁρμή του παρασύρεται καὶ ἔτσι καταφεύγει σὲ θολὲς πηγές, πού, ἀντὶ νὰ σβήσουν, μεγαλώνουν περισσότερο τὴν ἔντασι.
Ὁ ἕνας ὁρμάει στὸ χρυσάφι. Ὁ ἄλλος τρέχει γιὰ νἄβρῃ τὴν χαρὰ στὴ δόξα. Ὁ τρίτος κυνηγάει τὴν εὐτυχία στὶς ἀπολαύσεις καὶ τὶς ἡδονὲς τοῦ κόσμου. Ἄλλοι ζητᾶνε τὴ χαρὰ στὴ γνῶσι, ἄλλοι σ’ ἄλλες φτηνὲς καὶ βρώμικες ἐπιδιώξεις. Κι’ ἄλλοι πάλιν, ἀλλοῦ ἀναζητοῦνε τὸ ἀκριβὸ τους μυστικὸ νὰ βροῦνε….
Στεκόμαστε καὶ τοὺς κοιτᾶμε ὅλους. Ἀχόρταγοι κυνηγηταί, δέν θέλουν τίποτε ν’ ἀκούσουν. Τρέχουν μ’ ὁρμὴ στὸ εἰδωλό τους, ποὺ προσκυνοῦν καὶ τοῦ προσφέρουν ψυχή, ἐλπίδες, πίστη κι’ αὐτὸν ἀκόμη τὸν Θεό. Θεός τους εἶναι τώρα τοῦτο, ποὺ ἀγαποῦν καὶ λατρεύουν.
Περίμενε ἀκόμη λίγο, ἀδελφέ. Θὰ ἰδῇς τοὺς ἴδιους νὰ γυρίζουν ἀποτυχημένοι, μὲ ματωμένοι τὰ φτερά, μὲ τὸ πικρὸ παρόπονο καὶ τὴν ὀδύνη τοῦ τσακισμένου ναυαγοῦ. Σὰν τὶς φτωχὲς τὶς πεταλοῦδες καῖνε τὰ ἁπαλὰ τους τὰ φτερὰ στὴ φλόγα τοῦ κακοῦ· ἦταν πλασμένοι ἀετοὶ καὶ ἐζήλεψαν τὰ τέλματα, σὰν νὰ ἦταν βάτραχοι, ποὺ χώνονται στὴ λάσπη καὶ ζοῦνε στὰ βρώμικα νερὰ τῆς ἁμαρτίας.
Πικρὲς σταγόνες δηλητηρίου στὸ ποτήρι των. Τρίπιο τῆς χαρᾶς των τὸ πιθάρι. Κι’ ὅταν ἀκόμη τραγουδοῦν καὶ γελοῦν, καὶ τότε πάλιν εἶναι πλαστὸ τὸ γέλιο του. Μέσα ἡ ψυχή των κλαίει καὶ θρηνεῖ. Θρηνεῖ τὴν ἄπιαστη εὐτυχία.
Πόσα δράματα μυστικὰ παίζονται μὲ θέμα τὸν πόθον αὐτὸν τῆς χαρᾶς!  Πόσα δάκρυα χύνονται καυτά, ἀκριβῶς διότι γίνεται κάθε τόσο λάθος στὴν πηγή!
Καὶ εἶναι συνήθως νέοι αὐτοὶ οἱ ἀποτυχημένοι τῆς χαρᾶς κυνηγηταί. Ἡ ὁρμὴ τους καὶ ἡ ἀπειρία τους εἶναι στὴν κρίσιμη αὐτὴ ἡλικία οἱ χειρότεροι σύμβουλοι. Μεθοῦν ἀπὸ τὸ ἀπατηλὸ ἄρωμα τῆς κακίας. Ὅταν βέβαια καταλάβουν τὸ πάθημά των, εἶναι πλέον ἀργά. Ράκη καὶ συντρίμματα ἐπαναλαμβάνουν τότε τὰ λόγια ἑνὸς ὁμοίου των χιμαιροκυνηγοῦ·  «στὸ δρόμο ποὺ πῆρα δὲ βρῆκα κανένα ποὺ νἄχῃ χαρῇ μερικά». Αὑτὸ συμβαίνει πάντα. Στὸ δρόμο τῆς θολῆς πηγῆς μένει ὁ ἄνθρωπος χωρὶς ἀληθινὴ χαρά, μὲ χέρια ἄδεια, μὲ ψυχὴ φλογισμένη ἀπὸ πυρετό, μὲ γεῦσι πικρὴ στὰ χείλη. Καὶ ζητάει περισσότερο τότε, τὴ δροσιὰ τῆς χαρᾶς νὰ χαρῇ. Νὰ ὑπάρχῃ ἇρα γε; Καὶ ἄν ὑπάρχῃ, ποῦ νὰ βρίκσεται; Ποῦ;

3. Ἡ μόνη καθάρια πηγή.

Ἀδελφέ, ρωτᾷς ποῦ; Ποῦ ἀλλοῦ ἀπὸ τὸν Θεόν; Ἐκεῖ εἶναι οἱ μόνιμες καὶ αἰώνιες πηγὲς κάθε καλοῦ καὶ ὡραίου. Ἀπὸ τὸ χέρι Του πέφτει στὴ γῆ ἡ δροσιά, ἡ χαρά, ἡ γαλήνη. Στὴν ἁγιώτερη Θρησκεία, τὸν Χριστιανισμόν, βρίσκει κανεὶς τὸ μυστικὸ τῆς εὐτυχίας.  Δὲν περιφορνεῖ τὸ θέμα τῆς χαρᾶς ὁ Χριστιανισμός. Δὲν τὸ παραμερίζει.  Μιλάει γι’ αὐτό.  Μὲ σοβαρότητα καὶ ἐνδιαφέρον.
Στὸ Εὐαγγέλιον, μάλιστα ποὺ θὰ πῇ «καλὴ ἀγγελία», μήνυμα χαρᾶς, ἡ ἔννοια καὶ αἱ λέξεις χαίρω καὶ χαρὰ ἀπαντῶνται συχνά, ὅσο σὲ κανένα ἄλλο βιβλίο τοῦ κόσμου. Ὑπόσχεται μάλιστα νὰ δώσῃ στὸν ἄνθρωπο αὐτὴ τὴ χαρά. Μιὰ χαρὰ ὁμοίαν ἐκείνης ποὺ εἶχεν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. «Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ ἐν ὑμῖν μείνῃ καὶ ἡ χαρὰ ὑμῶν πληρωθῇ» (Ἰωάν. ιε΄11), εἶπεν ὁ Κύριος.
Τὴν χαρὰν τοῦ Χριστοῦ, λοιπόν, θὰ ἔχουν οἱ ὁπαδοί Του, τὴν ὁποίαν μάλιστα «οὐδεὶς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν» (Ἰώαν. ιστ΄ 22), κανεὶς δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ ἀφαιρέσῃ. Δι’ αὐτὸ καὶ ὡμολοτοῦσε πανηγυρικὰ ἕνας σοφός, ὁ Πασκάλ: «Κανένας ἄνθρωπος δὲν εἶναι πιὸ χαρούμενος ἀπὸ τὸν πραγματικό χριστιανό».
Καὶ αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι μιὰ θεία δύναμις, ποὺ γεμίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὄχι μονον στὶς ὧρες τῶν εὐχαρίστων γεγονότων, ἀλλὰ καὶ στὶς στιγμὲς τῶν δοκιμασιῶν. Οἱ ἀπόστολοι, ὅταν ἐδιώκοντο, ἔχαιρον καὶ ὑμνοῦσαν τὸν Θεόν. Ὁ Παῦλος ἀπὸ τὴν φυλακὴν ἔγραφε: «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε·  πάλιν ἐρῶ χαίρετε» (Φιλιπ. δ΄, 4).
Διότι ἡ χαρὰ ἡ χριστιανικὴ εἶναι ἐσωτερική, δὲν στηρίζεται εἰς τὰ ὑλικὰ ἀγαθά·  καὶ δὲν φεύγει μὲ αὐτά. Οὔτε εἰς τὴν καλοπέρασιν·  καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐλαττώνεται μὲ τὴν δυστυχίαν. Οὔτε τὰ δεσμὰ τῆς φυλακῆς σκοτώνουν τὴν χαρὰν αὐτήν, οὔτε κἄν αὐτὸ τὸ πένθος τοῦ τάφου.
Ὄχι διότι ὁ Χριστιανὸς δὲν λυπεῖται καὶ δὲν πενθεῖ. Ὄχι. Πονεῖ καὶ δακρύζει καὶ κλαίει καὶ ὁ Χριστιανός. Ἀλλὰ ξέρει ὅτι πέραν ἀπὸ τὰ δάκρυα εἶναι ἡ χαρά ἡ χριστιανική, πού τὰ δάκρυα τὰ μετατρέπει εἰς παρηγορίαν. Ἔτσι ὁ Χριστιανὸς χαίρει καὶ ὅταν βέβαια βρίσκεται στὸ θριαμβευτικὸ Θαβώρ, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀνεβαίνει στὸν ματωμένο Γολγοθᾶ.
Ἡ χαρὰ αὐτὴ εἶναι δῶρον τοῦ Θεοῦ. Εἶναι «καρπὸς τοῦ ἁγίου Πνεύματος», ποὺ προσφέρετε εἰς τοὺς ἀγωνιστὰς τῆς ἀρετῆς. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ποῦ ζοῦν μέσα σὲ πλούτη καὶ παλάτια καὶ εἶναι δυστυχεῖς. Καὶ ὑπάρχουν ἄλλοι πεινασμένοι, στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου, ποὺ ὅμως εἶναι τόσο γεμᾶτοι χαρά, ὥστε νὰ συμβαίνῃ νὰ πηγαίνῃς νὰ τοὺς παρηγορήσῃς καὶ νὰ φεύγῃς ἀπὸ κοντὰ τους μὲ τὴν ψυχή σου πλημμυρισμένη ἀπὸ τὴ ζωογόνο αὔρα τῆς χαρᾶς.
Εἶναι ἡ ἔλλειψις τύψεων τῆς συνειδήσεως, ποὺ τοὺς γεμίζει τὴν ὕπαρξι ἀπὸ γαλήνη. Εἶναι ἀκόμη ἡ πίστις εἰς τὴν αἰωνιότητα. Ὁ Χριστιανός, ἀτενίζοντας μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως τὴν αἰωνιότητα, κατορθώνει, χωρὶς νὰ ἀγνοῇ τὰ βάσανα, νὰ ὑπερνικᾷ τὶς ἀναποδιὲς καὶ τὶς πικρίες, καὶ νὰ διατηρῇ στὴν ψυχὴ του τὴ χαρά. Ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο.

4. Ἡ χριστιανικὴ χαρὰ ἁπλώνεται παντοῦ.

Ὑπάρχουν γύρω μας τόσοι, ποὺ ἀγωνίζεται τὸν δύσκολο ἀγῶνα τῆς ζωῆς καὶ εἶναι βυθισμένοι στὴ θλῖψι.
Αὐτοὺς μόνον ἡ χριστιανικὴ χαρὰ ἠμπορεῖ νὰ τοὺς στηρίξῃ, νὰ τοὺς παρηγορήσῃ. Ἕνα χαμόγελο, μιὰ λέξι ἐλπίδας, μιὰ ματιὰ ἤρεμη, τονώνει τὸν θλιμμένο καὶ ἀναπτερώνει τὸ ἠθικὸ τοῦ ἀπηλπισμένου.
Ἡ χαρὰ ἡ χριστιανικὴ ποὺ πετιέται σὰν πίδακας εἶναι δύναμις κατακτητική. Προσελκύει τοὺς ἄλλους. Ἠμπορεῖ νὰ μὴν ἀφαιρῇ τὸν πόνον· τὸν κάνει ὅμως πιὸ ἐλφρό. Γι’ αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι προστρέχουν στοὺς χαρούμενους, ἀναζητοῦν τὴ συντροφιά των. Νοιώθουν δροσιὰ κοντὰ στὸ αἰσιόδοξο πρόσωπο, αἰσθάνονται ἀνακούφισι πλάϊ στὸν Χριστιανό, ποὺ ξέρει νὰ παρηγορῇ καὶ νὰ τονώνῃ. Ὅταν καθένας ἀπὸ μᾶς, γεμᾶτος χαρά, σκορπίζῃ τὴν χαρὰ στὸ περιβάλλον του, τότε γίνεται ὁ δημιουργὸς μιᾶς εὐτυχισμένης ἐποχῆς. ὅπου ἡ χαρὰ θὰ εἶναι ὁ κρίκος ὁ χρυσός, ποὺ θὰ ἑνώνῃ αὐτὴ τὴ ζωῆ τοῦ αγῶνος μὲ τὴν ἄλλη ζωὴ τῆς αἰωνίας χαρᾶς καὶ εὐτυχίας.

Ἀγαπητοί,
Σκυφτός καὶ κουρασμένος κτυποῦσε τὴν πόρτα τοῦ ἰατρείου ὁ ἄρρωστος. Ἄνοιξαν· μπῆκε μέσα.
-Γιατρέ, παρκαλῶ νὰ μὲ ἐξετάσετε. Δὲν εἶναι καλά.
Ὁ ἰατρός, ἔπειτα ἀπὸ λεπτομερῇ ἐξέτασι εἶπε.
-Δὲν σᾶς βρίσκω τίποτε. Εἶσθε σὲ ὅλα γερός..
-Ὄχι, γιατρέ. Δέν εἶμαι. Νοιώθω μιὰ ἀθυμίαν. Μὲ πιάνει συνχὰ ἕνα σφίξιμο, μιὰ ἀπελπισία.  Δὲν μπορῶ νὰ χαρῶ, νὰ γελάσω… Σῶστε με.
Ὁ ἰατρὸς ἔμεινε γιὰ λίγο ἀμίλητος. Ὕστερα εἶπε μὲ ὕφος ἀνθρώπου, ποὺ βρῆκε τὸ φάρμακο.
-Θὰ μὲ ἀκούσετε σ’ αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ. Ἐδῶ κοντά μας παίζονται κάθε βράδυ οἱ κωμωδίες τοῦ Μολιέρου. Εἶναι ξεκαρδιστικιές. Ἐκεῖ νὰ πηγαίνεταε συχνά. Θὰ σᾶς κάνῃ καλὸ τὸ γέλιο αὐτό.
Ὁ ἄρρωστος ἐκοίταξε θλιμμένα τὸν γιατρό. Κι ὕστερα ἀπὸ μικρά σιωπή ἀπήντησεν ἀργὰ-ἀργά…
-Εὐχαριστῶ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειτε νὰ μοῦ κάνουν καλὸ οἱ κωμωδίες τοῦ Μολιέρου.  Διότι, ἁπλούστατα, ὁ Μολιέρος εἶμαι ἐγώ! Ἐγὼ σκορπῶ τὸ γέλιο στοὺς ἄλλους, ζῶ μεσ’ στὸν πόνο, μέσ’ στὴν ἀθυμία…
Ὁ ἰατρός ἔμεινε ἄναυδος. Ὁ ἄρρωστος σηκώθηκε κι ἔφυγε…  Μετὰ λίγο καιρὸ πέθανε ἀπὸ μαρασμό.
Ἀδελφέ! Στάσου. Σκέπτεσαι πόσος κόσμος πεθαίνει ἔτσι, σὰν τὸν Μολιέρο, βαθιὰ πικραμένος, μὲ τὴ ματιὰ θολή, μὲ τὸ παράπονο στὰ χείλη!  Πόσος κόσμος!
Καὶ ὅμως!  Δὲν θὰ πέθαινε ἔτσι, ἄν προηγουμένως εἶχε γνωρίσει στὴ ζωή του τὴν ἀδαπάνητη καὶ μυστικὴ πηγὴ τῆς χαρᾶς. Τὸν Χριστόν!
Ναί, δὲν θὰ πέθαινεν ἔτσι!

Πηγή: Επισκόπου Γεωργίου Παυλίδου, Μητροπολίτου Νικαίας, Λύχνος τοῖς ποσί μου, Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν (σελ.36-41), Έκδοσις Β΄, Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

About Σπυρίδων Σ. Βελιώτης

Ηλεκτρολόγος Μηχανικός Τ.Ε., MSc Περιβαλλοντικών Σπουδών, Θεολόγος
Gallery | This entry was posted in Θεολογία, Ιστορία, Τέχνη and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s